Μύθος Νο. 10 · Διάρκεια ανάγνωσης ≈ 6 λεπτά

Ο Σαλίγκαρος
και ο Αετός

Έτσι το αφηγήθηκε η Σοφή Κουκουβάγια στα παιδιά του Νηπιαγωγείου, ένα βράδυ στο Πήλιο.

Κόκκινα τριαντάφυλλα
Στη ρίζα της αρχαίας βελανιδιάς, ζούσε ο μικρός σαλίγκαρος

Το Όνειρο του Σαλιγκάρου

Μια φορά κι έναν καιρό, στη ρίζα μιας μεγάλης, αρχαίας βελανιδιάς, ζούσε ένας μικρός σαλίγκαρος. Το σπίτι του ήταν ένα γυαλιστερό καβούκι. Ο σαλίγκαρος είναι το μοναδικό ζώο που κουβαλάει, όπου κι αν πάει, το σπίτι του μαζί του. Έχει ακόμα τα πιο περίεργα μάτια στον κόσμο, στην κορυφή δύο κεραιών που μπορούν να στραφούν σε κάθε κατεύθυνση.

Όμως οι κεραίες του σαλίγκαρου ήταν πάντα στραμμένες στον ουρανό. Το μεγάλο του όνειρο ήταν να δει τον κόσμο από ψηλά, όπως τα πουλιά. Ζήλευε τα πουλιά που πετούσαν ελεύθερα, να χορεύουν στον ουρανό.

— Αχ, να μπορούσα να πετάξω! έλεγε, και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.

Η Συνάντηση με τον Αετό

Μια ηλιόλουστη μέρα, καθώς ο σαλίγκαρος κοιτούσε τον ουρανό, ένας περήφανος αετός κατέβηκε από τα ύψη και προσγειώθηκε κοντά στη βελανιδιά. Ο σαλίγκαρος, γεμάτος ενθουσιασμό, μάζεψε όλο του το θάρρος και του είπε:

— Μεγάλε αετέ, σε παρακαλώ, πάρε με μαζί σου στον ουρανό! Θέλω να δω τον κόσμο όπως τον βλέπεις εσύ!

Ο αετός γέλασε, παραξενεμένος. — Εσύ, μικρό πλάσμα που δεν μπορείς να βγεις από το σπίτι σου και το κουβαλάς μαζί σου, θέλεις να πετάξεις; του απάντησε.

Μα κάτι στην αποφασιστικότητα του σαλίγκαρου τον εντυπωσίασε. — Κράτα γερά το καβούκι σου, μικρέ, είπε. Θα σε πάρω στα ύψη!

Με τα δυνατά του νύχια, ο αετός σήκωσε προσεκτικά τον σαλίγκαρο και άνοιξε τα φτερά του.

Κόκκινο τριαντάφυλλο
Ο κόσμος από κάτω άνοιξε σαν ένα πολύχρωμο χαλί

Το Ταξίδι στον Ουρανό

Ο αετός πέταξε ψηλά, όλο και πιο ψηλά, με τον σαλίγκαρο να κρατιέται σφιχτά. Ο κόσμος από κάτω άνοιξε σαν ένα πολύχρωμο χαλί. Τα δάση έμοιαζαν με πράσινα κύματα, τα ποτάμια γυάλιζαν σαν ασημένιες κορδέλες. Ο σαλίγκαρος θαμπώθηκε από την ομορφιά.

— Είναι υπέροχο! ψιθύρισε, και η καρδιά του χόρευε από χαρά.

Μα σύντομα, ο αέρας έγινε κρύος και ο άνεμος δυνατός. Το καβούκι του σαλιγκάρου έτρεμε, και το ύψος τον ζάλιζε. Ο ουρανός, που πριν έμοιαζε μαγικός, τώρα φαινόταν τεράστιος και τρομακτικός.

— Κατέβασέ με! φώναξε με τρόμο. Φοβάμαι!

Ο αετός τον κοίταξε με τα σοφά του μάτια και είπε ήρεμα: — Δεν γεννήθηκαν όλοι για να πετούν, μικρέ μου φίλε. Ο καθένας μας έχει τη θέση του στον κόσμο.

Η Επιστροφή στη Γη

Με απαλές κινήσεις, ο αετός κατέβηκε αργά και άφησε τον σαλίγκαρο πίσω στη γη, κοντά στη ρίζα της βελανιδιάς. Ο σαλίγκαρος σύρθηκε στο γνώριμο χορτάρι, και ξαφνικά η γη του φάνηκε πιο ζεστή, πιο φιλική.

Από τότε, ο σαλίγκαρος δεν ζήλευε πια τα πουλιά. Έμαθε να αγαπά τις αργές του βόλτες, τις ασημένιες γραμμές που άφηνε πίσω του, και τις μικρές χαρές της γης. Σκέφτηκε πως είχε κάποια μοναδικά χαρίσματα που ούτε ο αετός μπορούσε να έχει… Δεν μπορούσε να τα έχει όλα. Δεν μπορούσε να έχει και φτερά.

Κατάλαβε ακόμα κάτι πολύ βαθύτερο. Κατάλαβε ότι ο αετός μπορεί να γίνει καλύτερος αετός, αλλά ποτέ καλός σαλίγκαρος. Ο σαλίγκαρος μπορεί να γίνει καλύτερος σαλίγκαρος, αλλά ποτέ αετός.

Για συζήτηση
  • Είναι λάθος να ονειρευόμαστε πέρα από τα όριά μας; Ή μήπως τα όνειρα μας βοηθούν να δούμε ποιοι είμαστε, ακόμα κι αν δεν τα φτάσουμε ποτέ;
  • Η ευτυχία έρχεται όταν γινόμαστε κάτι άλλο, ή όταν αγαπάμε αυτό που είμαστε;
  • Είναι σωστό να ζηλεύουμε αυτά που έχουν οι άλλοι, ή να χαιρόμαστε για αυτά που μας δόθηκαν;
  • Πώς αλλάζει η ομορφιά του κόσμου ανάλογα με τη ματιά από την οποία τον βλέπουμε — από τον ουρανό του αετού ή από το χορτάρι του σαλίγκαρου;

Πάρε το παραμύθι μαζί σου

Διάβασέ το offline, στο κινητό ή στον υπολογιστή σου.