Ο Γιος των Μουσών
Ο Ορφέας είναι ένας από τους ωραιότερους, σημαντικότερους και τους περισσότερο ταλαντούχους ήρωες της αρχαίας ελληνικής παράδοσης. Όμως, μέχρι και σήμερα, καλά καλά δεν ξέρουμε ποιοι είναι οι γονείς του. Είναι όμως τόσο όμορφη η ιστορία του, που αξίζει, πριν μιλήσουμε για τη μαγική του μουσική και τη μαγική του λύρα, να πούμε και λίγα από όσα λέγονται για την αγωγή και την καταγωγή του.
Κάποιοι τον θέλουν να γεννήθηκε στην όμορφη Θράκη. Πατέρας του ήταν ο Οίαγρος, βασιλιάς της Θράκης, και μητέρα του η Μούσα Καλλιόπη, η πρώτη και σημαντικότερη από τις εννέα Μούσες. Άλλοι υποστηρίζουν μια άλλη εκδοχή: ότι πατέρας του ήταν ο θεός Απόλλων, ο οποίος του χάρισε και τη μαγική λύρα του, αναγνωρίζοντας το ταλέντο και την αγάπη του Ορφέα για τη μουσική. Όποιος και αν είναι ο πατέρας του, θεός ή βασιλιάς, η μητέρα του, σύμφωνα με όλες τις παραδόσεις, είναι Μούσα.
Όταν ο Ορφέας έπαιζε, η μουσική του ήταν τόσο μαγική, που ο κόσμος ολόκληρος πλημύριζε από χαρά, χόρευε και τραγουδούσε! Βουνά μετακινούνταν, δέντρα ξεριζώνονταν για να χορέψουν και άγρια ζώα έρχονταν ειρηνικά και αδελφωμένα στα πόδια του.
Η Αγάπη για την Ευρυδίκη
Ο Ορφέας είχε έναν ξεχωριστό άνθρωπο στη ζωή του: την Ευρυδίκη, ένα κορίτσι υπέροχης ομορφιάς, ευγένειας και καλοσύνης. Ήταν οι καλύτεροι φίλοι, περνούσαν τις μέρες και τις νύχτες τους μαθαίνοντας τα μυστικά των λουλουδιών, των αστεριών, τη μουσική του ανέμου και της θάλασσας. Το μυαλό, η καρδιά και η ψυχή τους ενώνονταν με τη μουσική της μάνας γης και του πατέρα ουρανού, και αυτή τη μουσική τη χάριζαν στους ανθρώπους.
Μα μια μέρα, καθώς η Ευρυδίκη έπαιζε χαρούμενη στο δάσος, ένα δηλητηριώδες φίδι κρυμμένο μέσα στα όμορφα λουλούδια που πήγε να μαζέψει, την τσίμπησε, ρίχνοντάς την σε έναν βαθύ λήθαργο, σε έναν σκοτεινό ύπνο χωρίς τέλος.
Ένα γκρίζο σύννεφο κατέβηκε από τον ουρανό, την τύλιξε απαλά και την πήρε μακριά, στον Κάτω Κόσμο, εκεί που πηγαίνουν οι ψυχές. Ο Ορφέας έμεινε μόνος, με τη λύρα του να σιωπά για πρώτη φορά και τον κόσμο να μένει διψασμένος για τη μουσική του.
Το Ταξίδι στον Κάτω Κόσμο
Η καρδιά του Ορφέα ράγισε, μα δεν το έβαλε κάτω. — Θα φέρω την Ευρυδίκη πίσω! είπε αποφασιστικά και κρέμασε τη χρυσή του λύρα στον ώμο.
Κατέβηκε στα σκοτεινά μονοπάτια του Κάτω Κόσμου, όπου ο αέρας ήταν κρύος και τα πάντα σκεπασμένα από σκιές. Εκεί βασίλευε ο Άδης, ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, και η Περσεφόνη, η γυναίκα του, που αντίθετα με αυτόν αγαπούσε τα λουλούδια και το φως του πάνω κόσμου. Στην είσοδο του Άδη στεκόταν ο Κέρβερος, ένας τεράστιος σκύλος με τρία κεφάλια, που γάβγιζε τόσο δυνατά, που τα βράχια έτρεμαν.
Ο Ορφέας δεν φοβήθηκε. Πήρε τη λύρα του και άρχισε να παίζει. Οι νότες του ήταν γλυκές, γεμάτες αγάπη και ελπίδα. Ημέρωσαν τον Κέρβερο, που σταμάτησε να γαβγίζει, κούνησε την ουρά του σαν κουτάβι και ξάπλωσε ήσυχος. Οι ψυχές του Κάτω Κόσμου, που είχαν ξεχάσει τη χαρά, ακούγοντας τη μουσική του Ορφέα άρχισαν να χαμογελούν. Ακόμα και ο Άδης, με το αυστηρό του πρόσωπο, ένιωσε την καρδιά του να μαλακώνει. Η Περσεφόνη, μαγεμένη, άρχισε να τραγουδά.
— Ποτέ δεν άκουσα τέτοιο τραγούδι! είπε ο Άδης, ξεχνώντας για λίγο τη σοβαρότητά του. Πες μου, Ορφέα, τι θέλεις; — Την Ευρυδίκη μου, απάντησε ο Ορφέας. Θέλω να γυρίσει στον κόσμο μαζί μου.
Ο Άδης δίστασε, μα η Περσεφόνη του έριξε ένα ζεστό βλέμμα. Τελικά, είπε: — Εντάξει, Ορφέα. Η Ευρυδίκη μπορεί να γυρίσει. Αλλά υπάρχει ένας όρος: Πρέπει να περπατήσεις μπροστά, χωρίς να κοιτάξεις πίσω, μέχρι να βγείτε και οι δυο στο φως του κόσμου. Αν κοιτάξεις πίσω, θα τη χάσεις για πάντα.

Η Δοκιμασία του Ορφέα
Ο Ορφέας έγνεψε θετικά, συμφωνώντας με τον όρο του Άδη και της Περσεφόνης, και ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής με την καρδιά του γεμάτη ελπίδα. Άκουγε τα ελαφριά βήματα της Ευρυδίκης πίσω του. Το σκοτάδι γινόταν όλο και πιο απαλό, και μακριά φαινόταν μια λάμψη – το φως του κόσμου.
Μα όσο πλησίαζαν, μια αμφιβολία φώλιασε στην καρδιά του. «Στ' αλήθεια με ακολουθεί;» αναρωτήθηκε. «Ή μήπως ο Άδης με ξεγέλασε;» Τα βήματα της Ευρυδίκης ακούγονταν, μα η σιωπή του Κάτω Κόσμου ήταν βαριά. Η αγάπη του για εκείνη φώναζε μέσα του και ο φόβος να τη χάσει τον έπνιγε.
Δεν άντεξε. Λίγο πριν φτάσουν στο φως, ο Ορφέας γύρισε το κεφάλι του. — Ευρυδίκη! φώναξε. Εκείνη ήταν εκεί, τόσο κοντά, με το χαμόγελό της να λάμπει σαν την αυγή. Μα πριν προλάβει να την αγγίξει, ένα απαλό αεράκι φύσηξε και η Ευρυδίκη άρχισε να ξεθωριάζει. — Θα σε περιμένω, Ορφέα! είπε, και το γέλιο της, γλυκό σαν καμπανάκι, αντήχησε καθώς χανόταν πίσω στο σκοτάδι.
Το Δίδαγμα του Ορφέα
Ο Ορφέας γύρισε στον κόσμο μόνος, με τη λύρα του βαριά στα χέρια. Η καρδιά του ήταν γεμάτη θλίψη, μα και γεμάτη αγάπη. Κάθισε κάτω από έναν μεγάλο πλάτανο και άρχισε να παίζει. Κάθε νότα ήταν ένα γράμμα για την Ευρυδίκη, κάθε μελωδία μια υπόσχεση ότι δεν θα την ξεχάσει ποτέ.
Η μουσική του έγινε πιο βαθιά, πιο δυνατή. Τα ζώα μαζεύονταν γύρω του, τα δέντρα έγειραν να ακούσουν και οι άνθρωποι ένιωθαν τις καρδιές τους να γεμίζουν ελπίδα. Ο Ορφέας δεν έπαιζε πια μόνο για τη χαρά – έπαιζε για την αγάπη, για τη μνήμη, για όσα χάνονται αλλά μένουν για πάντα μέσα μας.
Όμως οι Μούσες περισυνέλλεξαν με αγάπη και σεβασμό τα μέλη του, μετά το τέλος της ζωής του, και ζήτησαν από τον Δία να τιμηθεί στην αιωνιότητα η αγάπη για την αρμονία και τη μουσική, μετατρέποντας τη λύρα του Ορφέα σε αστερισμό: τον αστερισμό της Λύρας.
- Γιατί άραγε δεν μπόρεσε να περιμένει, ενώ είχε τη δύναμη να φτάσει στον Άδη για να ελευθερώσει την Ευρυδίκη;
- Ενώ είχε τη δύναμη να δαμάσει τον Κέρβερο, τι δεν μπόρεσε να δαμάσει και τελικά απέτυχε να ελευθερώσει την Ευρυδίκη;
- Πόση δύναμη μπορεί να δώσει η πραγματική αγάπη σε μια «Ευρυδίκη»; Μήπως η αγάπη από μόνη της δεν αρκεί για την απελευθέρωση της Ευρυδίκης του νου, της ψυχής και της καρδιάς μας;
- Χωρίς μια «Ευρυδίκη» να μας εμπνέει και να μας καλεί, ποια μουσική και ποιος ρυθμός θα κινεί τη ζωή μας;