Ένα πρωί, ψηλά πάνω από τη γη, ο Βοριάς και ο Ήλιος μάλωσαν για το ποιος από τους δυο είναι δυνατότερος.
— Εγώ είμαι, είπε ο Βοριάς. Ξεριζώνω δέντρα που τα φύτεψαν οι παππούδες των παππούδων. Βγάζω τα καράβια από τη ρότα τους. Όταν κατεβαίνω τα βράδια του χειμώνα, τα σπίτια κλείνουν τις πόρτες τους και δεν τις ξανανοίγουν ως το πρωί.
Ο Ήλιος δεν είπε τίποτα για τον εαυτό του. Κοίταξε κάτω, στον δρόμο.
Εκεί περπατούσε ένας ταξιδιώτης. Ήταν τυλιγμένος σε έναν χοντρό μανδύα, γιατί το πρωινό ήταν ακόμα δροσερό.
— Βλέπεις εκείνον τον άνθρωπο; είπε ο Ήλιος. Βαδίζει από τα χαράματα και έχει ακόμα δρόμο. Όποιος από τους δυο μας τον κάνει να βγάλει τον μανδύα του, εκείνος είναι ο δυνατότερος. Ξεκίνα εσύ.
Ο Βοριάς γέλασε. Πήρε ανάσα και φύσηξε.
Ο δρόμος γέμισε σκόνη. Ο ταξιδιώτης χαμήλωσε το κεφάλι και τράβηξε τον μανδύα πιο κοντά του.
Ο Βοριάς φύσηξε πιο δυνατά. Τα χόρτα στις άκρες του δρόμου ξάπλωσαν στη γη. Ο άνθρωπος έπιασε τον μανδύα και με τα δυο του χέρια.
Ο Βοριάς τότε θύμωσε. Φύσηξε με όλη του τη δύναμη, τόσο που τα κλαδιά έτριξαν και τα πουλιά γαντζώθηκαν πάνω τους. Ο ταξιδιώτης δίπλωσε στα δύο, έδεσε τον μανδύα πάνω του με έναν σφιχτό κόμπο και προχώρησε ένα βήμα τη φορά.
Ο Βοριάς φύσηξε τόσο, που δεν του έμεινε άλλη ανάσα.
Και ο μανδύας ήταν ακόμα εκεί.
— Η σειρά μου, είπε ο Ήλιος.
Δεν βιάστηκε. Ξεπρόβαλε από τα σύννεφα και άφησε μερικές ακτίνες να πέσουν στον δρόμο. Η σκόνη κάθισε. Ο άνεμος σταμάτησε.
Ο ταξιδιώτης σήκωσε το κεφάλι. Έλυσε τον κόμπο.
Ο Ήλιος ζέστανε λίγο ακόμα. Και ύστερα λίγο ακόμα.
Ο άνθρωπος ξεκούμπωσε τον μανδύα στον λαιμό. Μετά τον κατέβασε από τους ώμους. Στο τέλος τον έβγαλε ολόκληρο, τον δίπλωσε και τον πέρασε στο μπράτσο του.
Περπάτησε κάμποσο ακόμα, βρήκε ένα δέντρο στην άκρη του δρόμου και κάθισε στον ίσκιο του να ξαποστάσει.
Ο Ήλιος τον είδε και τραβήχτηκε πιο πίσω, να τον αφήσει να δροσιστεί.


